Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Αν οι ιδανικές σου διακοπές περιλαμβάνουν αποκλειστικά ξαπλώστρα, κοκτέιλ και άραγμα σε μια πισίνα, διαβάζεις λάθος άρθρο. Ή μήπως όχι; Στους Δολομίτες θα βρεις όλα τα παραπάνω: φανταστικά ξενοδοχεία με πισίνες και θέα στα βουνά, υπέροχο φαγητό και ποτά, αλλά εδώ θα βρεις και κάτι περισσότερο.
Το πραγματικό δώρο κρύβεται εκεί όπου η άνεση συναντά την πρόκληση. Γιατί αν το ταξίδι είναι μια αναζήτηση, εδώ η πολυτέλεια είναι απλώς το φόντο, ενώ η ίδια η ουσία του ταξιδιού γράφεται με δεκάδες χιλιόμετρα ιδρώτα και την ανάσα σου να γίνεται ένα με το βουνό.
Ήταν οι πιο κουραστικές διακοπές που κάναμε τα τελευταία χρόνια; Μάλλον ναι! Ήταν όμως ταυτόχρονα και οι πιο αναζωογονητικές με διαφορά! Δέσε λοιπόν τα κορδόνια σου, γέμισε το σακίδιό σου με καλή διάθεση και πάμε να δούμε τόπους βγαλμένους από πίνακες ζωγραφικής. Spoiler: Η θέα θα σε αποζημιώσει για κάθε χιλιόμετρο!
Περιεχόμενα
Ημέρα 1η: Άφιξη και check-in
Προσγειωθήκαμε στο Μιλάνο νωρίς το πρωί, παραλάβαμε το αυτοκίνητό μας και κατευθυνθήκαμε βόρεια στον Α22, προς το Trento και το Bolzano. Μετά από περίπου 3,5 ώρες οδήγησης φτάσαμε στον προορισμό μας. Τακτοποιηθήκαμε στο κατάλυμά μας και κάναμε τις πρώτες βόλτες στο χωριό για τα βασικά ψώνια και έναν βασικό προσανατολισμό.
Οι πρώτες ώρες ομολογουμένως, κύλησαν κάπως “θολά” – προσπαθούσαμε να χωνέψουμε τις εικόνες, να καταλάβουμε πού ακριβώς βρισκόμαστε και να συντονίσουμε τον ρυθμό μας με το επιβλητικό τοπίο που απλωνόταν γύρω μας. Κοιμηθήκαμε νωρίς, γιατί η επόμενη ημέρα είχε πρωινό ξύπνημα και εξερεύνηση!
Ημέρα 2η: Alpe di Siusi
Ξυπνήσαμε με το πρώτο φως, ετοιμαστήκαμε με την ησυχία μας και ξεκινήσαμε για το Ortisei που απείχε περίπου δέκα λεπτά από τον οικισμό μας. Φτάσαμε κατά τις 7:30 με στόχο να πάρουμε το πρώτο πρώτο τελεφερίκ για το οροπέδιο Alpe di Siusi.
Το τελεφερίκ από το Ortisei ξεκινά τη λειτουργία του γύρω στις 8:30. Φτάνοντας νωρίτερα, βρήκαμε πολύ εύκολα πάρκινγκ και κάναμε μια μικρή βόλτα στο χωριό, ήπιαμε τον καφέ μας και στη συνέχεια επιβιβαστήκαμε στην γόνδολα.
Το τελεφερίκ επιλεχθηκε για να μειώσουμε τα χιλιόμετρα πεζοπορίας. Στόχος μας ήταν να πεζοπορήσουμε εντός του οροπεδίου και να μην χάσουμε δυνάμεις ανεβαίνοντας. Σε μόλις πέντε περίπου λεπτά η γόνδολα σε μεταφέρει στην κορυφή.
Alpe di Siusi είναι η ιταλική ονομασία της περιοχής. Μέχρι όμως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο – όπως ανέφερα και παραπάνω – ανήκε στην Αυστροουγγαρία και για αυτό το όνομα της περιοχής στα γερμανικά είναι Seiser Alm. Στα ladin ονομάζεται Mont Sëuc.
Είναι το υψηλότερο οροπέδιο που καλλιεργείται στην Ευρώπη. Δεν ήταν πάντα όμως έτσι. Η μετατροπή του σε λιβάδι ξεκίνησε σταδιακά στον ύστερο μεσαίωνα, περίπου 8 αιώνες πριν, προκειμένου να δημιουργηθεί περισσότερη έκταση για να βοσκήσουν τα κοπάδια.
Σήμερα συνεχίζει να καλλιεργείται από τους κτηνοτρόφους της περιοχής για την παραγωγή ζωοτροφών, εκτρέφονται μοσχαράκια, κατσικάκια και άλογα. Σε μια φάρμα είδαμε μέχρι και αλπακά. Επειδή μεγάλο κομμάτι του είναι ιδιωτικό – ανήκει δηλαδή σε αγρότες που καλλιεργούν το οροπέδιο – καλό είναι να σέβεστε τα όρια των ιδιοκτησιών και να περπατάτε στα σηματοδοτημένα μονοπάτια.
Οι διαδρομές που μπορείς να κάνεις στο οροπέδιο είναι πολλές, με εξαιρετική σήμανση και καταφύγια (huts) πολύ συχνά στο δρόμο. Σημειώστε ότι τα περισσότερα από αυτά σερβίρουν χειροποίητα φαγητά και κρέας δικής τους παραγωγής.
Εμείς κάναμε μια κυκλική διαδρομή 10 χλμ. στο οροπέδιο, που αποδείχθηκε ένα εξαιρετικό ξεκίνημα για ήπιας κλίσης πεζοπορία για την πρώτη ημέρα που ήρθαμε σε επαφή με τον τόπο. Η θέα στις τριγύρω κορυφές όπως Sassolungo, Sciliar και Odle είναι πραγματικά μαγευτική.
Ο κόσμος φυσικά πολύς, οπότε ξεκινήστε νωρίς για να προλάβετε τα πλήθη που πραγματικά κατακλύζουν το οροπέδιο μετά τις 11:00-12:00.
Κόστη:
- Γόνδολα: 41 ευρώ το άτομο με επιστροφή
- Πάρκινγκ: περίπου 10 ευρώ για 5 ώρες
- Μπύρες στα καταφύγια: 4 ευρώ
- Γλυκά: 8 ευρώ
- Μακαρόνια: 15-25 ευρώ το πιάτο
- Κρεατικά: από 25 μέχρι και 100 ευρώ ανάλογα το πιάτο
Επιστροφή το μεσημέρι στο σπίτι, κουρασμένοι και χορτασμένοι, έτοιμοι για ξεκούραση και αποθεραπεία.
Ημέρα 3η: Seceda
Την τρίτη ημέρα, αποφασίσαμε να ανεβάσουμε τον πήχη, ανεβαίνοντας την Seceda. Μπορεί να ανέβεις απευθείας με το lift από το Ortisei και να βγεις ακριβώς πάνω στην κορυφογραμμή της και να φωτογραφηθείς και να επιστρέψεις. Σημειώστε όμως πως το κόστος για την διαδρομή αυτή ανέρχεται στα 75 ευρώ το άτομο και για τους μήνες αιχμής (Ιούλιο και Αύγουστο) είναι υποχρεωτικό να έχεις προκρατήσει την θέση σου, καθώς έχουν επιβληθεί από φέτος περιορισμοί στον αριθμό ατόμων που μπορούν να το χρησιμοποιήσουν. Ακόμα όμως και με προκράτηση, οι ουρές είναι νομίζω αναπόφευκτες για αυτό το σημείο της Val Gardena.
Για όλους αυτούς τους λόγους, (αλλά και γιατί είπαμε, πήγαμε εκεί για να ταλαιπωρηθούμε!) αποφασίσαμε να ανέβουμε από τη Santa Cristina και το lift στο Col Raiser. Το Col Raiser δεν είναι ένας απλός σταθμός τελεφερίκ. Είναι σαν να σου ανοίγει το βουνό μια μεγάλη, ξύλινη πόρτα και να σου λέει: “Καλωσόρισες στα 2.100 μέτρα, τώρα ξεκινάει το παιχνίδι”. Από το σημείο που σε αφήνει το τελεφερίκ, έχεις θέα 360 μοιρών. Μπροστά σου βλέπεις τον επιβλητικό όγκο του Sassolungo και του Sella, ενώ πίσω σου αρχίζει η διαδρομή για τις κορυφές των Odle (Geisler).
Οι οδηγοί έλεγαν ότι ο μέσος όρος ανάβασης μέχρι τη Seceda είναι περίπου 1.5 με 2 ώρες. Αν όμως έχεις κάνει πεζοπορίες στα κακοτράχαλα βουνά της Χίου, αλλά και στην Πίνδο, η μεγάλη κλίση αλλά με ένα άρτια στρωμένο μονοπάτι μας φάνηκε παιχνιδάκι και ήμαστε στην κορυφή σε λιγότερο από μία ώρα. Στάση φυσικά για φωτογραφίες, πολλές όμως φωτογραφίες!
Στη συνέχεια, κάναμε μια κυκλική διαδρομή προς το lift περίπου άλλων 10km προς το Rifugio Firenze. Είναι πραγματικά κρίμα να πάρεις το τελεφερίκ και να βγεις απευθείας στην κορυφή και να μην περπατήσεις καθόλου την πλαγιά. Η θέα μετά το ridgeline ήταν πραγματικά μαγευτική και σίγουρα σκαρφάλωσε στην πρώτη θέση των αγαπημένων μας διαδρομών.
Τιραμισού σε καταφύγιο και επιστροφή στο τελεφερίκ για να επιστρέψουμε σπίτι για ξεκούραση και φαγητό αφού εκείνη την ημέρα καταγράψαμε πάνω από 13 πεζοπορικα χιλιόμετρα.
Tip: Μην “τσιμπήσετε” στα 5 ευρώ για το πέρασμα από το ιδιωτικό ridgeline. Υπάρχει μια φανταστική κυκλική διαδρομή ακριβώς από κάτω που σας προσφέρει το ίδιο ακριβώς οπτικό δώρο, χωρίς το αντίτιμο και χωρίς τον συνωστισμό. Το βουνό είναι ελεύθερο, ας το απολαύσουμε όπως πρέπει!
Κόστη:
- Τελεφερίκ: 31 ευρώ το άτομο πήγαινε-έλα
- Φαγητό και ποτά όπως και στα υπόλοιπα καταφύγια
Ημέρα 4η: Castelrotto / Kastelruth και Lago di Braies
Την τέταρτη ημέρα αποφασίσαμε να κατεβάσουμε ρυθμούς. Έτσι, επισκεφθήκαμε το πρωί το Castelrotto ή Kastelruth στα γερμανικά, ένα χωριό χαρακτηριστικό δείγμα της τυρολέζικης αρχιτεκτονικής, που νιώθεις ότι παίζεις σε ταινία. Αφήσαμε το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ και περπατήσαμε το μικρό αλλά τόσο γραφικό χωριό και απολαύσαμε παγωτό και καφέ με θέα τα βουνά. Ήταν η απαραίτητη ανάσα που χρειαζόμαστε μην επιστρέψουμε στα μονοπάτια.
Όμως επειδή είπαμε, η μέρα ήταν αφιερωμένη σε πιο χαλαρές διαδρομές, αφήσαμε για λίγο πίσω μας την Val Gardena και τους δυτικούς δολομίτες και κατευθυνθήκαμε προς τη λίμνη Braies.
Ομολογώ ότι δεν ήμουν πολύ σίγουρη για την επίσκεψη αυτή. Η λίμνη είναι εξαιρετικά δημοφιλής και γενικά γεμάτη από επισκέπτες σχεδόν συνέχεια. Αμφιταλαντευτήκαμε αν η μία ώρα οδήγησης θα άξιζε την επίσκεψη και αν όλο αυτό το hype αξίζει τελικά. Αποφασίσαμε να πάμε το απόγευμα ελπίζοντας πως οι περισσότεροι επισκέπτες σταδιακά θα φεύγανε και εν τέλει είχαμε δίκιο.
Φτάνοντας εκεί, γύρω στις 3 το μεσημέρι, η αμφιβολία για την αξία της επίσκεψής μας εξατμίστηκε αμέσως. Όσο κι αν η Braies έχει γίνει το πιο “φωτογενές” σημείο των Δολομιτών, η πραγματικότητα ξεπερνά κάθε φίλτρο. Τα σμαραγδένια νερά της, που καθρεφτίζουν τα απόκρημνα βουνά, έχουν μια σχεδόν απόκοσμη ηρεμία που σε κάνει να ξεχνάς τους υπόλοιπους τουρίστες γύρω σου.
Ναι, έχει κόσμο. Ναι, είναι δημοφιλής. Αλλά κάποιες φορές η φήμη ενός μέρους είναι απολύτως δικαιολογημένη. Καταλάβαμε αμέσως ότι άξιζε κάθε λεπτό της διαδρομής – ήταν σαν να μπαίνουμε μέσα σε έναν πίνακα ζωγραφικής που είχαμε δει μόνο σε οθόνες.
Η λίμνη διαθέτει 4 πάρκινγκ. Το 4ο απέχει 5 χιλιόμετρα από την λίμνη και παρόλο που έχει δωρεάν συγκοινωνία από το παρκινγκ στη λίμνη, νομίζω δεν αξίζει τα χρήματα που θα δώσετε. Επιλέξαμε το παρκινγκ 3, που απέχει 5 λεπτά περπάτημα από τη λίμνη. Δεδομένου της ώρας που φτάσαμε ήταν εύκολο να παρκάρουμε, αφού οι περισσότεροι επισκέπτες όντως φεύγανε.
Σημειώστε όμως, ότι από φέτος, για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, πρόσβαση στην περιοχή έχουν μόνο όσοι έχουν προκρατήσει θέση σε κάποιο από τα παρκινγκ της περιοχής ή επισκέπτονται την λίμνη με δημόσια συγκοινωνία.
Κάναμε την κυκλική διαδρομή γύρω από τη λίμνη, η οποία δεν παίρνει συνήθως πάνω από μία ώρα, αλλά δεδομένου του πόσες φωτογραφίες θα βγάλετε υπολογίστε τουλάχιστον 2 ώρες. Το μονοπάτι δεν είναι καθόλου τεχνικό και μπορούν να το περπατησουν άνθρωποι όλων των ηλικιών.
Το μάθημα της ημέρας; Μην αφήνεις τον σκεπτικισμό σου να σου στερήσει τη μαγεία. Μερικές φορές, οι “τουριστικές παγίδες” είναι απλώς μέρη τόσο εντυπωσιακά που ο κόσμος δεν μπορεί παρά να τα λατρέψει.
Κόστη:
- Πάρκινγκ 7 ευρώ
- Γλυκά και καφές: περίπου 10 ευρώ το άτομο
Ημέρα 5η: Val di Funes και Adolf Munkel Trail
Την Πέμπτη η καρδιά μας χτυπούσε στο ρυθμό του Val di Funes. Το Adolf Munkel Trail ήταν στη λίστα μας εδώ και καιρό – μια διαδρομή που την είχαμε φανταστεί σαν την κορύφωση της εβδομάδας μας. Περπατώντας στη σκιά των Odle, με τα δόντια των βράχων να υψώνονται επιβλητικά πάνω από το κεφάλι μας, νιώσαμε τη φύση στην πιο “funky” και άγρια εκδοχή της.
Ξεκινήσαμε μεσημέρι, μετά από έναν χορταστικό ύπνο για να ξεκουραστούμε και με πλάνο να δούμε το φημισμένο ηλιοβασίλεμα στη Santa Magdalena, μετά την ολοκλήρωση του μονοπατιού. Φτάνοντας το μεσημέρι μπορέσαμε να παρκάρουμε πολύ εύκολα και γρήγορα. Στην πρόγνωση του καιρού φαινόντουσαν βροχές το απόγευμα και για αυτό φροντίσαμε να πάρουμε και αδιάβροχο μαζί μας, για κάθε ενδεχόμενο.
Από το μεγάλο πάρκινγκ λοιπόν στο Zans ξεκινάνε τα περισσότερα μονοπάτια, συμπεριλαμβανομένου του Adolf Munkel (το νούμερο 35, που είναι το πιο διάσημο). Ξεκινώντας το μονοπάτι μέσα στο δάσος, με τα ποταμάκια και τα ελάφια που ελεύθερα πίνουν νερό, νιώθεις την πραγματική μαγεία αυτού του μονοπατιού.
Και μια μικρή δόση ιστορίας: το μονοπάτι δεν πήρε το όνομά του τυχαία. Είναι αφιερωμένο στον Adolf Munkel, έναν από εκείνους τους παλιούς, “σκληροπυρηνικούς” ορειβάτες που αγάπησαν και χαρτογράφησαν αυτά τα βουνά πολύ πριν γίνουν viral στο Instagram. Περπατώντας το, νιώθεις ότι ακολουθείς τα βήματα κάποιου που είχε πραγματικό δέος για την κορυφογραμμή των Odle – και πιστέψτε με, όταν βρίσκεσαι κάτω από αυτά τα τεράστια βράχια, το δέος είναι το μόνο συναίσθημα που χωράει.
Στη διαδρομή μας στο Adolf Munkel, η φύση μάς έδωσε ένα μάθημα που δεν περιλαμβανόταν στον χάρτη: σταθήκαμε για λίγο να παρακολουθήσουμε μια κατολίσθηση βράχων σε μια πλαγιά απέναντί μας. Ο ήχος ήταν εκκωφαντικός, σχεδόν τρομακτικός – μια υπενθύμιση ότι αυτά τα βουνά είναι ζωντανά, αλλάζουν και “μετακινούνται” μπροστά στα μάτια μας. Ήταν μια στιγμή που σε κάνει να νιώθεις πολύ μικρός μπροστά στο μεγαλείο των Δολομιτών.
Και επειδή ορειβασία χωρίς “σταθμό” δεν γίνεται, καταλήξαμε στο Geisler Alm (Rifugio delle Odle). Ναι, είναι το κλασικό καταφύγιο που βλέπεις σε κάθε φωτογραφία, με τις ξύλινες ξαπλώστρες και το απόλυτο θέαμα προς τις κορυφές των Odle. Όσο “τουριστικό” κι αν είναι, η αλήθεια είναι μία: η θέα από εκεί δεν συγκρίνεται με τίποτα. Είναι το μέρος όπου αφήνεις το σακίδιο, παραγγέλνεις μια μπύρα (ή ένα ζεστό ρόφημα) και απλώς κοιτάς το βουνό να υψώνεται σαν τείχος.
Στόχος αυτής της ημέρα, όπως προανέφερα, ήταν αν δούμε το ηλιοβασίλεμα στη Santa Magdalena. Όμως, το βουνό έχει τους δικούς του κανόνες, και κάποιες φορές το “πλάνο” πάει περίπατο. Όσο πλησιάζαμε προς το παρκινγκ ο ουρανός αποφάσισε να μας υπενθυμίσει ποιος κάνει κουμάντο. Η βροχή άρχισε να πέφτει δυνατά, σβήνοντας τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος και αναγκάζοντάς μας να βγάλουμε αδιάβροχα!
Απογοητευτήκαμε; Ίσως για μια στιγμή. Αλλά αν το σκεφτείς καλύτερα, αυτή είναι η μαγεία του να είσαι έξω: οι Δολομίτες δεν είναι σκηνικό για φωτογραφίες, είναι ένα ζωντανό οικοσύστημα. Μπορεί να χάσαμε το “κλικ” της ημέρας, αλλά κερδίσαμε την εμπειρία του να βραχείς κάτω από τις κορυφές, να τρέχεις για να σωθείς και στο τέλος να γελάς με την αναποδιά. Στο κάτω-κάτω, η Santa Magdalena θα είναι εκεί και την επόμενη φορά. Τελικά, το πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα δεν είναι πάντα αυτό που καταγράφει ο φακός, αλλά εκείνο που θυμάσαι για το πώς ένιωσες τρέχοντας στη βροχή!
Ημέρα 6η: Passo Gardena και τοπικά αξιοθέατα
Την έκτη μέρα, τα μποτάκια μας συνάντησαν την άσφαλτο του Passo Gardena. Αν είσαι λάτρης του road trip, εδώ μιλάμε για “ιερό έδαφος”: η μια απότομη στροφή μετά την άλλη, μια διαδρομή που αποτελεί πόλο έλξης για μηχανόβιους με το δάχτυλο στο γκάζι και ιδιοκτήτες supercars που έρχονται εδώ για να δοκιμάσουν τα όρια των οχημάτων τους (και τα δικά τους!) αλλά και ποδηλάτες που ανεβαίνουν με ταχύτητα που θα ζήλευε αυτοκίνητο.
Pro Tip: Αν οδηγείς εδώ, χρειάζεται διπλάσια προσοχή. Η διαδρομή είναι μαγική, αλλά γίνεται επικίνδυνη σε δευτερόλεπτα – ανάμεσα στις στροφές ξεπετάγονται διαρκώς ποδήλατα και μοτοσυκλέτες!
Αφήσαμε το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ –το κλασικό σημείο συνάντησης– και ξεκινήσαμε ένα μονοπάτι που οδηγεί ακριβώς πάνω από το parking, πριν φτάσεις στο Jimmy Hut. Η διαδρομή είναι μικρή αλλά η θέα… σε αφήνει άφωνο.
Από εκεί ψηλά, νιώθεις ότι έχεις όλο το “οροπέδιο” στα πόδια σου. Μπροστά σου ξεπροβάλλει ο επιβλητικός όγκος του Sella Group και απέναντί σου οι κορυφές του Cir, που μοιάζουν με πέτρινα κάστρα. Το να κάθεσαι εκεί, πάνω από τον θόρυβο των μηχανών και τη βουή του κόσμου, κοιτάζοντας αυτά τα γιγάντια βουνά, είναι η απόλυτη αντίθεση. Το μονοπάτι πάνω από το πάρκινγκ είναι το κρυφό σου “μπαλκόνι” – αν θέλεις να αποφύγεις τη μάζα του Jimmy Hut και να απολαύσετε τη θέα με την ησυχία σου, αυτό είναι το σημείο σου.
Μετά από αυτή τη “γεμάτη” δόση βουνού, η κατηφόρα για τη Selva ήταν η καλύτερη ιδέα για ένα brunch που επιβάλλεται μετά από τόση δράση. Γιατί στους Δολομίτες, η οδήγηση είναι εξίσου σημαντική με την πεζοπορία – και αυτό το πάσο είναι η απόδειξη!
Το απόγευμα, βάλαμε τα μακρυμάνικά μας, γιατί η βροχή και ο αέρας ήταν και πάλι παρόντες και κατευθυνθήκαμε στην διήμερη γιορτή του χωριού San Pietro. Φανταστείτε σκηνικό: ξύλινοι πάγκοι, η μυρωδιά από ζουμερά λουκάνικα που ψήνονταν στα κάρβουνα και ο ήχος από το ακορνέον να δονεί την ατμόσφαιρα με παραδοσιακή τυρολέζικη μουσική.
Καθίσαμε ανάμεσά τους, παραγγείλαμε τα κλασικά λουκάνικα – που είναι ιεροτελεστία εδώ – και αφεθήκαμε στον ρυθμό. Ήταν η στιγμή που ένιωσα ότι “ξεκλείδωσα” τον αυθεντικό χαρακτήρα του Νότιου Τιρόλου. Δεν είχε σημασία ότι δεν ξέραμε τα λόγια των τραγουδιών· η ενέργεια της γιορτής ήταν μεταδοτική.
Ημέρα 7η: Αναχώρηση και Lago di Carezza
Η τελευταία μας ημέρα στη Val Gardena είχε μια γλυκόπικρη γεύση. ,Αποχαιρετήσαμε τους απίστευτα ευγενικούς οικοδεσπότες μας, με την υπόσχεση να τους ξαναδούμε σύντομα, και ξεκινήσαμε την επιστροφή μας. Φεύγοντας από την περιοχή, δεν μπορούσαμε να μην κάνουμε μια τελευταία στάση – αυτή τη φορά στη λίμνη Carezza.
Αν οι Δολομίτες ήταν ταινία, η Carezza θα ήταν το τελευταίο, εντυπωσιακό πλάνο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Τα χρώματα της λίμνης είναι τόσο εξωπραγματικά που νομίζεις ότι κάποιος έχει ρίξει μέσα χρώμα, αλλά είναι απλώς η φύση που κάνει τα δικά της μαγικά.
Κοιτάζοντας τον Latemar να καθρεφτίζεται στα σμαραγδένια νερά, συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι πια η ίδια ταξιδιώτισσα που ξεκίνησε πριν από λίγες μέρες. Είμαι αυτή που έτρεξε στη βροχή στο Val di Funes, που ανέβηκε μέχρι τα 2500m της Seceda και πoυ είδε σμαραγδένια νερά λιμνών να καθρεφτίζουν πάνω τους βουνά εκατομμυρίων χρόνων.
Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής με το κεφάλι γεμάτο βουνά και τα παπούτσια γεμάτα λάσπη (από την καλή!), ξέροντας ένα πράγμα: οι Δολομίτες δεν είναι προορισμός για μία φορά. Είναι ένας εθισμός που μόλις το δοκιμάσεις, δεν σε αφήνει να ησυχάσεις.
Οπότε, αν με ρωτάτε αν αξίζει: Φτιάξτε βαλίτσες, αφήστε τους χάρτες, βάλτε άνετα παπούτσια και πηγαίνετε να το ζήσετε. Τα βουνά είναι εκεί και σας περιμένουν. Εμείς, πάντως, ήδη σχεδιάζουμε το επόμενο “check-in”!
Dolomites 101: Όσα πρέπει να ξέρεις
Πού βρισκόμαστε;
Στο βορειότερο άκρο της Ιταλίας, την περιφέρεια Trentino – Alto Adige. Οι Δυτικοί Δολομίτες που εξερευνήσαμε ανήκουν στο Νότιο Τιρόλο (Alto Adige).
Η περιοχή είναι τεράστια, οπότε πρέπει να επιλέξετε το που θα μείνετε βάση του που θέλετε να κινηθείτε και ποια μέρη να επισκεφθείτε. Μπορεί οι αποστάσεις να φαίνονται μικρές στο Google Maps, αλλά οι δρόμοι είναι στενοί, με συνεχόμενες στροφές και πολύ κίνηση κάποιες ώρες της ημέρας. Εμείς επιλέξαμε να δούμε την περιοχή της Val Gardena κυρίως στα δυτικά και για αυτό επιλέξαμε να μείνουμε σε έναν οικισμό της περιοχής.
Τι να πάρεις μαζί σου;
Πεζοπορικά παπούτσια ή έστω καλά αθλητικά trail, αδιάβροχο και ρούχα με τα οποία να μπορείς να κάνεις layering (μπλουζάκια κοντομάνικα, με μακριά μανίκια, φλις κτλ). Καπέλο και φυσικά αντηλιακό! Ο ήλιος σε αυτά τα υψόμετρα δεν αστειεύεται!
Γιατί Δολομίτες;
Το όνομα οφείλεται στον Γάλλο γεωλόγο Déodat de Dolomieu, που ανακάλυψε ότι τα βουνά αυτά δεν είναι από ασβεστόλιθο, αλλά από έναν ειδικό τύπο πετρώματος, τον δολομίτη.
Πού να μείνετε;
Επιλέξαμε να μείνουμε στο Laion/Lajen που βρίσκεται στην αρχή της Val Gardena και συγκεκριμένα στο Albergo Gasthof zur Krone ένα παραδοσιακό και value-for-money κατάλυμα για περισσότερη ηρεμία. Αν θέλεις να βρίσκεσαι κοντά σε εστιατόρια και σε λίγο πιο έντονη νυχτερινή ζωή το Ortisei είναι καλύτερη ίσως επιλογή.
H St. Christina και η Selva είναι εξίσου εντυπωσιακά χωριά με πολλά ξενοδοχεία και επιλογές για φαγητό. Bρίσκονται στην αρχή πολλών δημοφιλών μονοπατιών και έχουν εύκολη πρόσβαση στα lifts, αν δεν θέλεις να νοικιάσεις αυτοκίνητο.
Καλύτερη εποχή
Για πεζοπορίες σίγουρα ο Ιούνιος, λόγω των ανθισμένων λιβαδιών αλλά και της απουσίας περιορισμών στα δημοφιλή μέρη.
Γιατί ακούγονται γερμανικά παντού;
Μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η περιοχή ανήκε στην Αυστροουγγαρία. Ακόμα και σήμερα, οι περισσότεροι ντόπιοι έχουν ως μητρική γλώσσα τα γερμανικά, διατηρώντας μια κουλτούρα που είναι απολύτως αυστριακή μέσα σε ιταλικό έδαφος. Εξάλλου, η περιοχή αποτελεί μια αυτόνομη επαρχία της Ιταλίας, που οι ντόπιοι ονομάζουν Sud Tyrol.
Μια περιοχή που μπορούμε να την αποκαλέοσυμε “χωνευτήρι” πολιτισμών:
- Οι Λαδίνοι (Ladins): Οι αρχαιότεροι κάτοικοι της περιοχής, που μιλούν τη γλώσσα των Ρωμαίων και διατηρούν ζωντανές τις αρχέγονες παραδόσεις τους. Είναι η “ψυχή” των Δολομιτών.
- Η συμβίωση: Στην περιοχή αυτή, η ιταλική φινέτσα συναντά την αυστριακή πειθαρχία και την παράδοση των Λαδίνων. Είναι εντυπωσιακό πως τρεις διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες συνυπάρχουν, δημιουργώντας ένα μοναδικό μείγμα που δεν θα βρεις πουθενά αλλού στην Ευρώπη.
Προσοχή: Μην εκπλαγείς αν πεις “Buongiorno” και σου απαντήσουν Grüß Gott! Το Ciao πάντως, το καταλαβαίνουν όλοι.
3 Απαντήσεις
Σε ευχαριστούμε ❤️
Πραγματικά με ταξιδεψες! Ελπίζω του χρόνου να μας βγει το πρόγραμμα προς τα εκεί! Υπέροχο το άρθρο σου, ονειρεμένες εικόνες!
Από τα πιο ωραία σας άρθρα!